Αναρτήσεις

Μες τον ύπνο βυθισμένος

Μες τον ύπνο βυθισμένος μεσημεριανού καιρού πάλι σε είδα στο όνειρο μου μα εσύ κοιτάς αλλού Μες τον ύπνο βυθισμένος γύρισα που λες πλευρό κι ήσουν δίπλα μου το ξέρω ξύπνησα,,,,που να σε βρω? Μες τον ύπνο βυθισμένος σε ανοιξιάτικο ουρανό αχ στην αγκαλιά να σε είχα μόνο για ένα πρωινό Κι ύστερα να σε παρακαλούσα κλαίγοντας γονατιστός και γλυκά να σε φιλούσα, κι ας το ζούσα μοναχός.

Καθώς τα αστέρια σε μαγεύουν

Tα μάτια σου στο μισοσκόταδο φωτιές Είσαι κερί στο σκότος αναμμένο και γίνομαι μια απ τις σκιές μέσα στο δώμα σου, ένα πνεύμα φοβισμένο Τα χείλη σου πριν την σιωπή κουπιά με βάρκες το μυαλό μου ταξιδεύουν και στο κρεβάτι μια κρυφή ηδονή με προσκαλεί καθώς τα αστέρια σε μαγεύουν.

Πριν απ τον ύπνο

Έγειρε η βάρκα μου Κλείνουν τα μάτια μου Σαν τις κουρτίνες που πέφτουν Στης μέρας την αυλαία Κορμί μυαλό κουράστηκαν Να εργάζονται για ώρες Μα η ψυχή μου σαν παιδί Κουνιέται σε αιώρες Και όταν σε σκέφτεται πονά Κλαίει και δεν αντέχει Στον κόσμο έμεινε μόνη της Και για τους άλλους τρέχει

Στον Μανώλη Γλέζο

Τίμιος αγωνιστής και γνήσιος πατριώτης Η επανάσταση έρωτας της πρώτης του της νιότης Του φασισμού κατέβασε την τραγική σημαία και στα γεράματα ένδοξα έπεσε η αυλαία.

Βροχή και καραντίνα

Βροχή και καραντίνα φορώ την καμπαρντίνα και βγαίνω για δουλειές του αύριο και του χτες Βροχή και καραντίνα και την περνάμε φίνα με χίλιες μουσικές παρέες καρδιακές Βροχή και καραντίνα της πανδημίας σειρήνα στα αυτιά μας θα ηχεί ο τζίτζικας κι αν βγει Βροχή και καραντίνα μέχρι να ρθει η πείνα και τότε να μας δω….. στο δύσκολο καιρό

Η καραντίνα

Το μάτι ανοίγει απ το πρωί πηγαίνω στο σαλόνι κοιτάζω απ το παράθυρο καπνίζω στο μπαλκόνι Στο φούρνο τρέχω έπειτα ψωμί να εξασφαλίσω η γειτονιά ερήμωσε κανείς για να μιλήσω Το φαρμακείο γέμισε παππούδες και γιαγιάδες και δύο στο μισάωρο περνάν ντελιβεράδες Πηγαίνω για περπάτημα με το χαρτί στο χέρι θα ρίχνω αντισηπτικό μέχρι το καλοκαίρι

Το μπαλκόνι της απόγνωσης

Σε ένα μπαλκόνι βρέθηκα τον δρόμο να κοιτάζω τσιγάρο και τον ουρανό στα ίσα να κοιτάζω Άδειος ο δρόμος και βουβός τα φώτα δεν ανάβουν μα οι φωνές στη γειτονιά μερόνυχτα δεν παύουν Σε ένα μπαλκόνι κάθησα δίπλα από τα λουλούδια η πόλη όλη παρέλυσε και δεν ακούς τραγούδια Μαράθηκαν τα λούλουδα δεν είναι ποτισμένα τα μάτια της γειτόνισσας κοιτούν απεγνωσμένα